εταιροτρόφος

ἑταιροτρόφος, ο (Α)
αυτός που τρέφει, που συντηρεί εταίρες, ο πορνοβοσκός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εταίρα + -τρόφος (< τρέφω), πρβλ. ιππο-τρόφος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑταιροτρόφος — keeping mistresses masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιροτρόφους — ἑταιροτρόφος keeping mistresses masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιροτρόφων — ἑταιροτρόφος keeping mistresses masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.